Ομιλία για Φορολογικά Θέματα

«Κατάργηση φόρου κληρονομιών - Απαλλαγή πρώτης κατοικίας - Ενιαίο τέλος ακινήτων - Αντιμετώπιση λαθρεμπορίου καυσίμων και άλλες διατάξεις»

Από τον Μάρτιο του 2004 η Κυβέρνηση έθεσε ως βασικό στόχο τη δημιουργία ενός πιο απλού, πιο δίκαιου, πιο αποτελεσματικού και πιο διαφανούς φορολογικού συστήματος.

Με στρατηγική και πρόγραμμα τέθηκαν όλα τα δεδομένα και οι παράμετροι ξεκάθαρα και με διαφάνεια. Δεν κρύψαμε τίποτα και δεν φοβηθήκαμε την αλήθεια όσο δύσκολη και αν ήταν.

Με αποφασιστικότητα προχωρήσαμε στην πρώτη φάση της φορολογικής μεταρρύθμισης. Μειώσαμε τους συντελεστές για τις επιχειρήσεις – στο 25% από 35% και στο 20% από 25% για τις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες – δίνοντας ώθηση στην ανάπτυξη και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, μετά τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων.

Με τη δεύτερη φάση της φορολογικής μεταρρύθμισης μειώθηκε σταδιακά η φορολογία για τα φυσικά πρόσωπα – από το 40% και το 30% στο 35% και στο 25% αντίστοιχα – και αυξήθηκε το αφορολόγητο όριο από τις 10.000 στις 12.000 ευρώ.

Προχωρούμε τώρα στην τρίτη φάση της φορολογικής μεταρρύθμισης, η οποία αφορά την απλοποίηση και εκσυγχρονισμό της φορολογίας ακινήτων. Παράλληλα, αντιμετωπίζουμε το λαθρεμπόριο στα καύσιμα, ως συνέχεια της προσπάθειάς μας για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου.

Ενδεικτικά θα ήθελα να αναφέρω μερικές από τις ρυθμίσεις που εισάγονται με το υπό συζήτηση σχέδιο νόμου:

  1. Καταργείται ο φόρος για τους κληρονόμους α’ και β’ κατηγορίας. Θεσπίζεται τέλος με συντελεστή 1% επί της αντικειμενικά προσδιοριζόμενης αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται ως συνέπεια θανάτου ή γονικής παροχής. Το τέλος 1% επιβάλλεται πάνω από τα αφορολόγητα όρια, που είναι 95.000 ευρώ για τους κληρονόμους της α΄ κατηγορίας και 20.000 ευρώ για τους κληρονόμους β’ κατηγορίας. Με τη ρύθμιση αυτή επιτυγχάνεται η απλοποίηση του συστήματος αλλά και η διευκόλυνση της απόκτηση της οικογενειακής περιουσίας χωρίς φραγμούς και επιβαρύνσεις, οι οποίες στην πράξη είχαν καταλήξει να επιβαρύνουν μόνο τις χαμηλές και μεσαίες οικονομικές τάξεις.
  2. Η πρώτη κατοικία απαλλάσσεται από τον φόρο μεταβίβασης και από το τέλος μεταβίβασης ακινήτων. Για την απαλλαγή, ορίζεται ως ανώτατο όριο στην επιφάνεια του αγοραζόμενου ακινήτου τα 200 τμ. που προσαυξάνονται κατά 25 τμ. για το τρίτο παιδί και καθένα από τα επόμενα παιδιά. Αποσυνδέουμε με τις διατάξεις αυτές την απαλλαγή της πρώτης κατοικίας με την οικογενειακή κατάσταση των δικαιούχων και επιχειρούνται κινήσεις ενίσχυσης και ανακούφισης για κάθε οικογένεια.
  3. Θεσπίζεται Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (ΕΤΑΚ), που θα επιβαρύνει σε ετήσια βάση τους υπόχρεους, φυσικά και νομικά πρόσωπα. Το τέλος αυτό με χαμηλό φορολογικό συντελεστή και ευρεία φορολογική βάση έχει στόχο τη σταδιακή ενσωμάτωση σε αυτό το τέλος φόρων, οι οποίοι επιβαρύνουν τα ακίνητα και καταργούνται, ή θα καταργηθούν, με αποτέλεσμα την περαιτέρω απλοποίηση του συστήματος και τη μετεξέλιξή του σε ένα σύστημα πιο δίκαιο, πιο σύγχρονο και ορθολογικό. Το φορολογικό σύστημα αποκτά μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία λαμβάνοντας ειδική μέριμνα για την κύρια κατοικία και τη λειτουργία που επιτελεί για την ελληνική οικογένεια.

Καθορίζονται και υπόλοιπες παράμετροι για το ενιαίο τέλος και ειδικότερα:

  • Το ΕΤΑΚ θα καταβάλλουν τα φυσικά πρόσωπα για κατοικίες άνω των 200 τμ. με αντικειμενική αξία έως 300.000 ευρώ. Ειδικά για το 2008, θα αφαιρείται ποσό έως 300.000 ευρώ από το μεγαλύτερο σε αξία ακίνητο του φορολογούμενου.
  • Ο συντελεστής για τα φυσικά πρόσωπα ανέρχεται στο 0,1% της αντικειμενικής αξίας.
  • Το τέλος που αναλογεί στη συνολική αξία των κτισμάτων που υπόκεινται σε φορολογία δεν μπορεί να είναι μικρότερο από ένα (1) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με εξαίρεση τα ημιτελή κτίσματα, τους βοηθητικούς χώρους και τα κτίσματα που βρίσκονται σε δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα, με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή κάτω των χιλίων (1.000) κατοίκων.
  • Ο συντελεστής για τα ακίνητα των νομικών προσώπων ανέρχεται στο 0,6%, ενώ για τα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις στο 0,1%.
  • Τα ακίνητα που εκμεταλλεύεται η Εκκλησία θα φορολογηθούν με συντελεστή 0,1% (ακίνητα που εκμισθώνονται), όπως επίσης και τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στο ενεργητικό των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία και των Αμοιβαίων Κεφαλαίων Ακίνητης Περιουσίας.

Ένα τεράστιο πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει το νομοσχέδιο είναι και το θέμα της λαθρεμπορίας των καυσίμων με την παράνομη χρήση του πετρελαίου θέρμανσης ως κίνησης. Το πετρέλαιο θέρμανσης, για κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς λόγους, είχε χαμηλότερο συντελεστή ειδικού φόρου από το κίνησης, προκειμένου να μην επιβαρύνονται υπερβολικά τα νοικοκυριά. Το σύστημα όμως αυτό τελικά οδήγησε σε πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα όπως την άδικη κατανομή των φορολογικών βαρών, τη στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού και την απώλεια εσόδων.

Με το νέο σύστημα εξομοιώνεται ο φόρος στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης με καμία επιβάρυνση των νοικοκυριών, θα εξακολουθεί να ισχύει τα 21 ευρώ το χιλιόλιτρο. Οι ιδιοκτήτες πρατηρίων θα είναι αυτοί που θα επιστρέφουν τη διαφορά του φόρου στο Δημόσιο και με αυτόν τον τρόπο στοχεύουμε στην περιστολή του λαθρεμπορίου και τη διασφάλιση των δημοσίων εσόδων.

Παράλληλα, αλλάζει η διαδικασία σε ό, τι αφορά στη χρήση του πετρελαίου από τους αγρότες. Από 1ης Ιανουαρίου του 2008 οι αγρότες θα χρησιμοποιούν για τα μηχανήματά τους πετρέλαιο κίνησης αντί για το κόκκινο πετρέλαιο. Το ποσό της διαφοράς του φόρου ανάμεσα στον υψηλό συντελεστή του πετρελαίου κίνησης και του ελάχιστου συντελεστή των 21 ευρώ ανά χιλιόλιτρο, θα πιστώνεται, μέσω του διατραπεζικού συστήματος ΔΙΑΣ στους τραπεζικούς λογαριασμούς των αγροτών εντός του τρέχοντος έτους. Με κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης θα καθορίζονται, με βάση τα τηρούμενα στον ΟΠΕΚΕΠΕ στοιχεία, αντικειμενικά η επιστροφή φόρου που δικαιούται ο κάθε αγρότης. Και αυτό θα γίνεται χωρίς καμία γραφειοκρατική διαδικασία για τους αγρότες.

Ο Πρωθυπουργός μας ήταν σαφής. Στόχος και δέσμευση της Κυβέρνησης είναι η πλήρης δημοσιονομική εξυγίανση. Υπαγορεύεται άλλωστε όχι μόνο από το Σύμφωνο Σταθερότητας, αλλά και από τις πραγματικές ανάγκες της Οικονομίας μας. Επιπλέον είναι ζωτική ανάγκη να διασφαλισθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης σε ολόκληρη τη Χώρα και σε όλους τους τομείς. Για ένα πραγματικά κοινωνικό Κράτος, για μια πραγματικά ισχυρή Οικονομία χρειάζονται αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που παράγουν όφελος για όλους.