Ίδρυση και λειτουργία κολλεγίων και άλλες διατάξεις

«Το Σχέδιο Νόμου για την ίδρυση και λειτουργία κολλεγίων έρχεται να βάλει τάξη στο άναρχο πεδίο της μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Μία τάξη που άργησε να επιβληθεί.»

Το να ρυθμίσει μια Κυβέρνηση τα ζητήματα της μεταλυκειακής εκπαίδευσης, αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα. Είναι δύσκολο, γιατί πρώτα πρώτα, αυτός ο χώρος είναι ένας δαίδαλος, όπου δεν μπορεί να βρει κανείς άκρη. Συγκεκριμένα, έχω ρωτήσει επανειλημμένως πολλούς, επαΐοντες και μη, για τον αριθμό όλων αυτών των Κέντρων, των ιδιωτικών κολεγίων, των «πανεπιστημίων», όπως αυτοαποκαλούνται, και κανείς, μα κανείς, δεν μπόρεσε να μου πει με ακρίβεια για τον αριθμό, τον τρόπο λειτουργίας και γενικά τα της ύπαρξης αυτών των «ιδρυμάτων».

Είναι, λοιπόν, δύσκολο εγχείρημα, γιατί μετά την άρνηση της αντιπολίτευσης να βοηθήσει στο να αναθεωρήσουμε το άρθρο 16, που θα μας διευκόλυνε στο να περάσουμε πολύ πιο σωστά και με πολύ καλύτερο τρόπο κάποια πράγματα, είμαστε σε μια θέση πιο δυσχερή από ό,τι θα έπρεπε να είμαστε.

Τέλος, αποτελεί δύσκολο εγχείρημα γιατί πρέπει να εξισορροπήσουμε το Εθνικό και το Κοινοτικό Δίκαιο, όσον αφορά αυτό το αντικείμενο.

Έρχεται, λοιπόν, σήμερα αυτό το νομοσχέδιο και έχει μια συγκεκριμένη φιλοσοφία.

Πρώτα πρώτα το Σχέδιο Νόμου φροντίζει να είναι συμβατό με το εθνικό μας Σύνταγμα. Δεύτερον, φροντίζει να είναι συμβατό με το Κοινοτικό Δίκαιο, όπου σαφώς αναφέρεται ότι έχουμε εμείς την ευθύνη της ρύθμισης των οργανωτικών δομών της εκπαίδευσης και αυτή η αρμοδιότητα ανήκει αποκλειστικά σε μας. Έχει γίνει μια προσπάθεια από την αντιπολίτευση όλες αυτές τις ημέρες, μιας παρερμηνείας, όσον αφορά θέματα της αναγνώρισης των ακαδημαϊκών διά των επαγγελματικών προσόντων. Μια σαφής απάντηση, δόθηκε τόσο από την πολιτική ηγεσία, όσο και μέσα από το ίδιο το σχέδιο νόμου, ότι αυτό το νομοσχέδιο έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με τη ρύθμιση του χώρου.

Όσον αφορά τα θέματα της ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη κοινοτικών οδηγιών, αυτό αποτελεί ένα άλλο πεδίο, μιας άλλης ρύθμισης, που θα έρθει σε εύθετο χρόνο από το Υπουργείο Παιδείας.

Πώς μετασχηματίζεται όλη αυτή η φιλοσοφία μέσα σε αυτό το νομοσχέδιο;

Πρώτον, καθιερώνεται μια μη τυπική βαθμίδα εκπαίδευσης, αυτή των κολεγίων, τα οποία είναι πιστοποιημένοι πάροχοι υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης στα πλαίσια της μεταλυκειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα και χορηγούν απλά βεβαιώσεις, που ορίζεται σαφώς μέσα από το σχέδιο νόμου ότι δεν είναι ισότιμες με τίτλους που χορηγούνται μέσα στα πλαίσια του συστήματος της τυπικής εκπαίδευσης.

Ακόμα, η ίδρυση και λειτουργία των κολεγίων, τα οποία μπορούν να ανήκουν σε φυσικό πρόσωπο, υπάγονται σε έναν κρατικό έλεγχο, από τον κατεξοχήν αρμόδιο φορέα να ελέγξει, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και όχι το Υπουργείο Ανάπτυξης ή το Υπουργείο Εμπορίου παλιά, όπως ήταν.

Η άδεια ίδρυσης χορηγείται μία φορά κατά την ίδρυση, η δε άδεια λειτουργίας θα πρέπει να ανανεώνεται ανά τριετία.

Για την άδεια ίδρυσης απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο των ιδιοκτητών, ενώ ασυμβίβαστο για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης συνιστά η ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και Ο.Τ.Α..

Ποτέ δεν ελέγχθηκαν, , όλα τα κριτήρια, τα οποία αφορούσαν στη λειτουργία αυτών των ιδρυμάτων.

Ποτέ δεν ελέγχθηκε, για παράδειγμα, η κτιριακή υποδομή, οι συνθήκες υγιεινής ή ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός, η διοικητική στελέχωση, το πρόγραμμα σπουδών, τα προγράμματα διδασκόντων, η αξιοπιστία και οικονομική δυνατότητα.

Ποτέ δεν υπήρχε ένα μητρώο που να φαίνονται ποια είναι αυτά τα κολλέγια, ποια είναι τα εργαστήρια, ποιοι είναι οι διδάσκοντες.

Παρόλα αυτά σήμερα αυτό το νομοσχέδιο τολμά και όλα αυτά τα καθιερώνει.

Εισάγεται Επιτροπή Αξιολόγησης, εισάγονται μια σειρά από μέτρα που πιστοποιούν από μέρους του Υπουργείου ποια κολλέγια έχουν όλες τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να υπάρχουν για τη λειτουργία όλων αυτών.

Επιτέλους, μπαίνει μια τάξη σε αυτό το άναρχο πεδίο.

Μία τάξη που άργησε να επιβληθεί.

Το ερώτημα είναι ποιοι ωφελούνται από αυτό το νομοσχέδιο; Αυτοί που ωφελούνται πρώτα απ’ όλα είναι οι ίδιοι οι νέοι και οι οικογένειές τους, που αποκτούν πια μια ξεκάθαρη γνώση και σχέση αυτού του χώρου.

Ωφελούνται και τα ίδια τα ιδρύματα που ξεκαθαρίζουν το χώρο λειτουργίας τους.

Ωφελείται η ίδια η πολιτεία που ελέγχει πια με σαφείς όρους το χώρο και προάγει καλύτερη παιδεία σε όλες τις βαθμίδες.

Ένα άλλο ερώτημα είναι ποιοί δυσαρεστούνται.

Δυσαρεστούνται αυτοί που μέχρι σήμερα λυμαίνονταν το χώρο και ωφελούνταν από αυτήν την αταξία.

Εν μέρει δυσαρεστούνται και αυτοί που βλέπουν ότι σήμερα τολμούν κάποιοι να βάλουν τάξη εκεί που δεν τόλμησαν κάποιοι άλλοι να αγγίξουν αυτό το χώρο.

Κλείνοντας, θα ήθελα να κάνω μια αναφορά όσον αφορά τη θεσμοθέτηση της βάσης του 10 για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Το νόημα της εισαγωγής του 10 ως βάσης εισόδου, δεν είχε κανένα άλλο νόημα και καμία άλλη πρόθεση από την προσπάθεια να αναβαθμιστεί το επίπεδο των δημόσιων πανεπιστημίων μας.

Θα πρέπει να μη ξεχνάμε ποτέ ότι τόσο τα ΑΕΙ όσο και τα ΤΕΙ δεν πρέπει απλά να αποτελέσουν τη βάση στήριξης των τοπικών αγορών. Αν θέλουμε εμείς να βοηθήσουμε οικονομικά τις τοπικές κοινωνίες, υπάρχουν άλλοι δρόμοι και άλλου είδους στήριξη.

Τέλος, επειδή ακούστηκαν πολλά για «εμπορευματοποίηση» στο χώρο της εκπαίδευσης, μόνο αυτοί που ζητούν άρση της κατάργησης του μέτρου, που θέλει το 10 σαν βάση εισαγωγής, μπορούν να κατηγορηθούν για εμπορευματοποίηση της παιδείας. Αυτοί και κανείς άλλος.