Εισήγηση στη Βουλή Νομοσχεδίου για την Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2005/19/ΕΚ

Ενσωμάτωση στο Εθνικό Δίκαιο της Οδηγίας 2005/19/ΕΚ σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών μεταξύ εταιρειών διαφορετικών Κρατών-Μελών και άλλες διατάξεις.

Η δημιουργία όλο και μεγαλύτερων οικονομικών μονάδων αποτελεί σταθερό φαινόμενο της παγκόσμιας οικονομίας από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά. Με δεδομένο τον υφιστάμενο διεθνή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων καθίστανται προφανείς και οι αιτίες της διαρκώς αυξανόμενης τάσης συγκέντρωσης όλων των τομέων της οικονομίας σε λίγες και μεγάλες οικονομικές μονάδες.

Η σύγχρονη παραγωγή στηρίζεται σήμερα περισσότερο από ότι παλαιότερα στην τεχνολογία, τον καταμερισμό και την εξειδίκευση της εργασίας. Η εισαγωγή ενός νέου προϊόντος στην αγορά έχει σήμερα πολύ μεγαλύτερο κόστος από ότι παλαιότερα, λόγω των αναγκαίων και συνήθως δαπανηρών επενδύσεων σε τεχνολογία, προγραμματισμό, οργάνωση και στελέχωση της επιχείρησης με εξειδικευμένο εργατοτεχνικό προσωπικό. Το αυξημένο αυτό κόστος που συνεπάγεται η παραγωγή νέων προϊόντων (για τεχνολογία, εξειδίκευση, διαφήμιση κλπ.) μπορούν να επωμιστούν μόνο επιχειρήσεις με υψηλή συγκέντρωση κεφαλαίου. Η μείωση επομένως του λειτουργικού κόστους, η αύξηση των πωλήσεων μέσω της διείσδυσης σε νέες αγορές και εν τέλει η ενίσχυση της θέσης των επιχειρήσεων στην αγορά, που σημαίνει μεγαλύτερες δυνατότητες στην κεφαλαιαγορά, στο τραπεζικό σύστημα, στην τιμολογιακή πολιτική, στις οικονομίες κλίμακας, στις επενδύσεις σύγχρονου εξελιγμένου εξοπλισμού, είναι οι βασικοί λόγοι που οδηγούν στη δημιουργία μεγάλων οικονομικών μονάδων.

Στο πλαίσιο δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την ανάγκη σύγκλισης των εταιρικών μορφωμάτων και ως αναπόφευκτη συνέπεια της λειτουργίας μιας Ευρωπαϊκής Ανώνυμης Εταιρίας, σκόπιμη και αναγκαία κρίνεται και η εναρμόνιση στον τομέα της φορολογίας στα όρια και στους όρους πάντα της Οικονομικής Ενοποίησης για τη δημιουργία προϋποθέσεων λειτουργίας μιας «κοινής αγοράς», ενός ενιαίου οικονομικού χώρου χωρίς εμπόδια, σύνορα και φραγμούς. Εμπόδια που θα προέκυπταν από τις διαφοροποιήσεις και τις αποκλίσεις που εμφανίζουν τα διάφορα κράτη – μέλη μεταξύ τους σε όλους τους τομείς και κατά συνέπεια και στον τομέα της φορολογίας. Οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορεί να επιφέρουν ορισμένες δυσάρεστες συνέπειες, όπως την αναπόφευκτη εκδήλωση αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού ανάμεσα στα ίδια κράτη – μέλη, εξαιτίας του διαφορετικού τρόπου φορολόγησης των φυσικών και νομικών προσώπων, τον αποσυντονισμό της ευρωπαϊκής αγοράς, λόγω των διαφορετικών φορολογικών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων, την πιθανή διπλή φορολόγηση ή απαλλαγή από την άλλη των υπόχρεων και την ανισότητα που θα μπορούσε να επικρατήσει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την κατανομή κεφαλαίων, καθώς ορισμένες χώρες θα θέτουν πιο ευνοϊκές συνθήκες φορολόγησης.

Η ανάγκη γενικότερης εναρμόνισης σε όλες τις εκφάνσεις της φορολογικής λειτουργίας των επιμέρους εθνικών νομοθεσιών, δε θα εξαιρούσε και την προσπάθεια εφαρμογής και για τους άμεσους φόρους, καθώς ο φόρος εισοδήματος των νομικών προσώπων, αλλά και άλλοι άμεσοι φόροι μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές των αγαθών, την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, τις ενδεχόμενες συνεργασίες εταιριών αλλά και την πορεία της αγοράς συνολικά.

Μία από τις απόπειρες για εναρμόνιση των κρατών – μελών στο πλαίσιο των άμεσων φόρων και ειδικότερα στο πλαίσιο των συγκεντρώσεων των επιχειρήσεων, ήταν η έκδοση της Οδηγίας 90/434, στην οποία προβλέπεται ένα κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, τις διασπάσεις, τις εισφορές ενεργητικού και την ανταλλαγή μετοχών ανάμεσα σε εταιρίες που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά κράτη μέλη.

Κύριος στόχος αυτής της Οδηγίας ήταν να ρυθμιστούν ενιαία οι σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων σε κοινοτικό επίπεδο και να διευκολύνουν τις διάφορες πράξεις σύνδεσης ανάμεσα σε επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε διαφορετικά κράτη, πάντα όμως μέσα στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να εξασφαλιστεί η φορολογική ουδετερότητα κατά τη διενέργεια των μετασχηματισμών.

Ειδικά όσον αφορά τους μετασχηματισμούς των εταιριών, τα φορολογικά ζητήματα που προκύπτουν είναι πολλά, καθώς δημιουργούνται λεπτά ζητήματα αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, τη διευθέτηση των οποίων προβλέπει η εθνική νομοθεσία κάθε χώρας, στην οποία έχει την έδρα της η επιχείρηση.

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε τελικά στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο 2578/1998 και με εξαιρετική καθυστέρηση μετά το πέρας της προθεσμίας ενσωμάτωσης που είχε τεθεί στους εθνικούς νομοθέτες1 κατόπιν καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (C-8/97).

Τα αποτελέσματα της Οδηγίας έγιναν άμεσα αντιληπτά κι εφαρμόσιμα στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Με τις διατάξεις του συζητούμενου σχεδίου νόμου τροποποιείται και συμπληρώνεται ο ν. 2578/1998 προκειμένου να εναρμονισθεί πλήρως η ελληνική νομοθεσία προς το περιεχόμενο της νεότερης οδηγίας 2005/19 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις κλπ. των εταιριών διαφορετικών κρατών μελών. Τροποποιούνται επίσης κάποιες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα και ρυθμίζονται και κάποια άλλα εκκρεμή θέματα.

Ειδικότερα

  • Διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής του ισχύοντος νόμου στις περιπτώσεις μερικής διάσπασης εταιριών και μεταφοράς της καταστατικής έδρας Ευρωπαϊκών Εταιριών και Ευρωπαϊκών Συνεταιριστικών Εταιριών από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
  • Επεκτείνεται η ισχύουσα φορολογική απαλλαγή της υπεραξίας που προκύπτει από πράξεις μετασχηματισμού και στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ).
  • Προβλέπεται η μεταφορά των φορολογικά αναγνωρίσιμων ζημιών της εισφέρουσας ημεδαπής εταιρίας στη μόνιμη εγκατάσταση της λήπτριας στην Ελλάδα, με την προϋπόθεση αυτό να προβλέπεται στην εθνική έννομη τάξη.
  • Τίθενται ειδικές ρυθμίσεις για τις περιπτώσεις αλλοδαπών εταιριών που θεωρούνται από τις ελληνικές φορολογικές αρχές ως φορολογικά διαφανείς, οι εταιρίες δηλαδή που φορολογούνται σε επίπεδο εταίρου ή μετόχου. Σε περίπτωση συμμετοχής κατοίκου Ελλάδος στο κεφάλαιο μιας χαρακτηρισμένης ως φορολογικά διαφανούς εταιρίας, οι μέτοχοι ή εταίροι της, κάτοικοι Ελλάδας, φορολογούνται για το μερίδιό τους επί του κέρδους ή της υπεραξίας, συμψηφιζομένου του αντίστοιχου ποσού φόρου που θα επεβάλλετο σε βάρος της αλλοδαπής εταιρίας για τα εισοδήματα, τα κέρδη και τις υπεραξίες.
  • Μειώνεται σταδιακά από 25% σε 15% και από το 2009 σε 10% το προβλεπόμενο ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής της εταιρίας λήπτριας στο κεφάλαιο της εισφέρουσας εταιρίας προκειμένου η υπεραξία που δημιουργείται για τη λήπτρια να μην υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

Στο Κεφάλαιο Β’ του σχεδίου νόμου επέρχονται κάποιες τροποποιήσεις στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα. Συγκεκριμένα:

  • απαλλάσσεται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ο λιθάνθρακας, ο λιγνίτης και ο οπτάνθρακας (κοκ) που χρησιμοποιούνται αφενός για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αφετέρου για τις βιομηχανίες κατά το στάδιο της ορυκτολογικής κατεργασίας.
  • Αναπροσαρμόζεται για τα έτη 2007, 2008 και 2009 ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης του λιθάνθρακα, λιγνίτη και κόκ που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης για επιχειρηματική χρήση από 0,15 σε 0,3 ευρώ ανά gigajoule

Σε αυτό το σημείο για την τροποποίηση αυτή πρέπει να επισημανθούν τα εξής. Με τις διατάξεις αυτές επιτυγχάνεται η εξομοίωση των συντελεστών φορολογίας μεταξύ επιχειρηματικής και μη επιχειρηματικής χρήσης και καθίσταται ευχερέστερος ο έλεγχος της νόμιμης χρησιμοποίησης των εν λόγω προϊόντων. Τα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζουν ενιαίο συντελεστή φορολογίας ανεξάρτητα από τη χρήση τους, προκειμένου να αποφεύγουν τα προβλήματα που δημιουργούν οι διαφοροποιημένοι συντελεστές αναφορικά με τον έλεγχο της κυκλοφορίας και χρησιμοποίησης των προϊόντων και επιπλέον διοικητικό και εμπορικό κόστος.

Η αύξηση του συντελεστή από 0,15 σε 0,3 ευρώ ανά gigajoule στην επαγγελματική χρήση δε θα διαταράξει την υφιστάμενη κατάσταση, καθώς εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τις απαλλακτικές διατάξεις που έχουν προβλεφθεί. Η ισορροπία διατηρείται και επιπροσθέτως παρέχεται και κίνητρο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας ιδίως στους τομείς παραγωγής τσιμέντου, ασβέστη και γύψου καθώς και για την κατασκευή γυαλιού, τούβλων, πλακιδίων και άλλων δομικών προϊόντων.

Γ’ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Με τις διατάξεις επίσης του παρόντος σχεδίου νόμου πραγματοποιείται η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2005/81 σχετικά με τη διαφάνεια των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών – μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων και με την οικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων. Η οδηγία 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής, η οποία τροποποιήθηκε με την ανωτέρω, απαιτούσε από τα κράτη μέλη να μεριμνούν για τη διαφάνεια των οικονομικών σχέσεων μεταξύ δημοσίων αρχών και δημοσίων επιχειρήσεων, καθώς και στους κόλπους ορισμένων επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις που οφείλουν να τηρούν χωριστούς λογαριασμούς είναι επιχειρήσεις που διαθέτουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα χορηγούμενα από τα κράτη μέλη κατά το άρθρο 86 παράγραφος 1 της Συνθήκης, ή είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά το άρθρο 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης και λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις οποιασδήποτε μορφής για τις υπηρεσίες αυτές, ασκώντας και άλλες δραστηριότητες.

Τα κράτη μέλη εδύνατο να παρέχουν στις επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος αντιστάθμιση για την κάλυψη των συγκεκριμένων εξόδων αυτών των υπηρεσιών. Η αντιστάθμιση αυτή, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη διαχείριση των υπηρεσιών αυτών, ενώ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων εκτός του πεδίου των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

Δυνάμει της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ, οι χωριστοί λογαριασμοί έπρεπε να τηρούνται μόνο οσάκις οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος λαμβάνουν κρατική ενίσχυση.

Στην απόφαση Altmark Trans GmbH (C-280/2000) για την εκμετάλλευση τακτικών συγκοινωνιακών γραμμών αστικών προαστιακών και περιφερειακών, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η αντιστάθμιση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

Με τις νέες διατάξεις2 ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, υπό το φως του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης, η υποχρέωση τήρησης χωριστών λογαριασμών πρέπει να ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν τέτοια αντιστάθμιση οι οποίες ασκούν και δραστηριότητες εκτός του πεδίου των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Μόνο μέσω της τήρησης χωριστών λογαριασμών είναι δυνατόν να προσδιορίζονται τα έξοδα προς καταλογισμό στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος και να υπολογίζεται ορθά το ύψος της αντίστοιχης αντιστάθμισης.

Περαιτέρω. Η χρηματοδότηση για τα έργα των Δημοσίων Επενδύσεων που εκτελούνταν από τις Νομαρχίες προβλεπόταν να πραγματοποιείται από τη μεταφορά πιστώσεων με εντολή των αρμόδιων Υπουργείων. Η μέχρι τώρα πρακτική όμως για την κατανομή χρηματοδότησης των επιμέρους έργων του Γ’ ΚΠΣ από όργανα των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων δημιούργησε προβλήματα στην έκδοση συμψηφιστικών ενταλμάτων και εμφάνιση δαπανών στη δημόσια ληψοδοσία. Ενόψει του μεγάλου όγκου εκκρεμοτήτων στην Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου και προκειμένου να υπάρξει αποσυμφόρηση και αποκατάσταση της τάξης, το παρόν σχέδιο νόμου δίνει τη δυνατότητα έκδοσης της απόφασης κατανομής της χρηματοδότησης σε επί μέρους έργα από τα αρμόδια όργανα των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.

Τέλος, αποσαφηνίζεται η ερμηνεία του μαθηματικού τύπου προσδιορισμού του μερίσματος που δικαιούνται οι μέτοχοι του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων, προκειμένου να μην προκληθούν προβλήματα που θα αποβούν εις βάρος του Ταμείου.

Οι κανόνες που ρυθμίζουν την οικονομία μιας Χώρας είναι η αρχή για την πρόοδο και την ανάπτυξή της. Η παγκοσμιοποίηση της αγοράς και η δημιουργία οικονομικών ενώσεων στον πλανήτη επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στην διακίνηση των φυσικών και νομικών προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων. Το θέμα της φορολογίας είναι καίριο στην ομαλή λειτουργία των ενώσεων, ειδικά στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι λόγοι που καθιστούν σημαντική την επίτευξη της φορολογικής εναρμόνισης εναπόκεινται κυρίως στην ανάλυση των συνεπειών ενός προβαλλόμενου φορολογικού ανταγωνισμού και της φοροδιαφυγής, τα οποία επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στους τομείς της οικονομικής ανάπτυξης των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της επίτευξης της κοινωνικής συνοχής με την αύξηση της απασχόλησης και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής αγοράς.

Στη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβόνας (Μάιος του 2000) τέθηκε ρητά για πρώτη φορά από τα κράτη μέλη ο φιλόδοξος στόχος, η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί μέχρι το 2010 η πιο ανταγωνιστική

οικονομία του κόσμου. Για ένα τέτοιο στόχο προϋποτίθεται ότι η Ευρωπαϊκή οικονομία θα σηματοδοτείται από μια πραγματικά Ενιαία Αγορά.

Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει επίσης θέσει ως στόχο την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας με βήματα σταθερά και δυναμικά. Νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως το παρόν σχέδιο νόμου, ικανοποιούν αυτούς τους στόχους και παράλληλα καλλιεργούν σε όλο το φάσμα της Κοινότητας αλλά και της ελληνικής κοινωνίας αισθήματα αλληλεγγύης, κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης. Για τους λόγους αυτούς εισηγούμαι την ψήφιση του παρόντος σχεδίου νόμου.


1 Το άρθρο 12 της Οδηγίας έδινε προθεσμία μέχρι 1ης Ιανουαρίου του 1992.

2 Παλιά διάταξη: δ) «επιχείρηση που υποχρεούται να τηρεί χωριστούς λογαριασμούς":

κάθε επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα από το κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ε.Ε., ή στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της ίδιας Συνθήκης και η οποία λαμβάνει κρατική ενίσχυση υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένης κάθε επιχορήγησης, στήριξης ή αντιστάθμισης σε σχέση με την εν λόγω υπηρεσία και η οποία ασκεί επίσης άλλες δραστηριότητες»

Νέα διάταξη:

δ) «επιχείρηση που υποχρεούται να τηρεί χωριστούς λογαριασμούς":

κάθε επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα από το κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ε.Ε., ή στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της ίδιας Συνθήκης, η οποία λαμβάνει αντιστάθμιση οποιασδήποτε μορφής σε σχέση με την εν λόγω υπηρεσία και η οποία ασκεί επίσης άλλες δραστηριότητες.