Αρνητικές οι επιπτώσεις στη Θράκη των αναπτυξιακών νόμων

Είναι πλέον γνωστό και αποδεκτό από την πολιτεία, τα κόμματα και τους οικονομικούς φορείς ότι ένα από τα πλέον σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα είναι αυτά των περιφερειακών ανισοτήτων. Δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που απαιτεί σοβαρές παρεμβάσεις για την άμβλυνση του.

Ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιείται για την κατάκτηση αυτού του στόχου είναι ο εκάστοτε αναπτυξιακός νόμος, ο οποίος θεωρητικά θα πρέπει να ενισχύει και να διασφαλίζει την αυτοτροφοδοτούμενη, βιώσιμη, πολυδιάστατη τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη. Οι αναπτυξιακοί νομοί που ψηφίζονται θα πρέπει να προωθούν την καινοτομία, την περιφερειακή πραγματική σύγκλιση, να εισάγουν μεγαλύτερες τομές από τις υφιστάμενες και να διαμορφώνουν αναπτυξιακές στρατηγικές οι οποίες πρέπει να είναι προσανατολισμένες σταθερά και με συνέπεια στις ανάγκες, τις δυνατότητες και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περιφέρειας.

Ο υφιστάμενος αναπτυξιακός νόμος 2607/98, που αποτελεί σύστημα που υιοθέτησε και επέβαλλε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ουσιαστικά απέτυχε στην εξάλειψη των περιφερειακών ανισοτήτων της χώρας μας. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat 2001) οι περιφερειακές ανισότητες αυξήθηκαν ανησυχητικά στο διάστημα 1993-1998, οι μακροοικονομικοί περιφερειακοί δείκτες αποδεικνύουν ότι τα τελευταία χρόνια το κέντρο, εμφανίζει σταθερή τάση ενίσχυσης εις βάρος των περιφερειών.

Ενδεικτική είναι τα κάτωθι στοιχεία. (Οικονομικός Ταχυδρόμος, Φ.41, 9-10-2003)

Κατά την πενταετία 1997-2001, η περιφέρεια Αττικής συγκέντρωσε τη συντριπτική πλειοψηφία των ιδρυτικών κεφαλαίων επιχειρήσεων (ΑΕ και ΕΠΕ)-64,2%.

Στον τομέα των επενδύσεων, μεταφορών, αποθήκευσης και επικοινωνιών οι διαφορές μεταξύ Βορείου Ελλάδος και Αττικής παρέμειναν υπερδιπλάσιες, αναδεικνύοντας ακόμη περισσότερο το έλλειμμα υποδομών στην περιφέρεια.

Τη στιγμή που το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα της Ελλάδας βρίσκεται στο 67% του αντίστοιχου μέσου όρου της ΕΕ, το αντίστοιχο ποσοστό στην Αττική ανέρχεται σε 98,02%, ενώ στην περιφέρεια δεν ξεπερνά το 52%, με τις περιφέρειες της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης και Ηπείρου να συνιστούν τις περιφέρειες-ουραγούς στην παραπάνω κατηγορία.

Η συμμετοχή των περιφερειών στο ΑΕΠ έχει παραμείνει σχετικά σταθερή κατά τη διάρκεια των ετών 1999-2001, με εξαίρεση την Αττική, η οποία έχει σταδιακά αυξήσει το μερίδιο της από 37% σε 37,7%.

Όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2001, το υψηλότερο καταγράφεται στη Στερεά Ελλάδα, για να ακολουθήσουν το Νότιο Αιγαίο και η Αττική. Αντιθέτως, το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ καταγράφεται στις περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης και Ηπείρου. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το έτος 1999 σχετικά με το ΑΕΠ ανά κάτοικο σε πραγματικές τιμές, τον μέσο όρο της χώρας μας ξεπερνούν μόνο τρεις από τις 13 περιφέρειες.

Σε ό,τι αφορά τη χρήση του αναπτυξιακού νόμου ως εργαλείου ενίσχυσης της απασχόλησης στην περιφέρεια, ενδεικτικά είναι τα στοιχεία: η Δυτική Μακεδονία, είναι η πρώτη περιφέρεια στη χώρα με ποσοστό ανεργίας (15,7%), η Ήπειρος είναι δεύτερη με 10,6%, η Ανατολική Μακεδονία-Θράκη είναι τρίτη με 10,3%, ενώ η Κεντρική Μακεδονία είναι τέταρτη με 9,9%. Σε ότι αφορά την απασχόληση, από το 1998 ως σήμερα έχει συρρικνωθεί στην Ανατολική Μακεδονία-θράκη από 54,2% σε 47,8%, στην Κεντρική Μακεδονία από 49,7% σε 48,4%, στη Δυτική Μακεδονία από 48,3% σε 46,4%, στην Ήπειρο από 45,7% σε 45,5%.

Πρόσφατα ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ) δημοσιοποίησε τις απόψεις του για τον υφιστάμενο Ν. 2601 αλλά και το νέο αναπτυξιακό νόμο. Σύμφωνα με το ΣΒΒΕ στην πενταετία εφαρμογής του 2601/98 οι επενδύσεις στην Περιφέρεια Αν. Μακεδονίας-Θράκης μειώθηκαν κατά 70% και διαμορφώθηκαν στο 30% των επενδύσεων της περιόδου 1992-1997. Συγχρόνως εκτιμά ότι ο νέος αναπτυξιακός νόμος, στο σύνολο του συνιστά «μιαν άτολμη προσπάθεια, που στερείται ρεαλισμού». Ακόμη και το θέμα του αφορολόγητου αποθεματικού, που μέχρι πριν λίγες ήμερες θα εφαρμοζόταν ως κίνητρο από το 2003, δηλαδή από το οικονομικό έτος 2004, κατατέθηκε αιφνιδίως για το 2004, δηλαδή για το οικονομικό έτος 2005, κάτι που στην ουσία σημαίνει μετάθεση των επενδυτικών σχεδίων κατά ένα έτος. Εξάλλου ο ΣΒΒΕ διαφωνεί γιατί η αρμοδιότητα των περιφερειών εξαντλείται στην εξέταση επενδυτικών σχεδίων μέχρι 2,5 εκατ. Ευρώ και προτείνει το διπλασιασμό του.

Τέλος μια είδηση που έρχεται από τις Βρυξέλλες («Μακεδονία», 16-11-2003) δημιουργεί ανησυχίες ακόμη και για την νομιμότατα και τη δυνατότητα υλοποίησης του νέου αναπτυξιακού νόμου.

Σύμφωνα με το κείμενο, από το «κόσκινο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα περάσουν τα μέτρα του νέου αναπτυξιακού νόμου, όπως και ορισμένα κοινωνικά, τα οποία ανακοίνωσε η κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να ισχύσουν πριν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίσει αν δημιουργούν πρόβλημα στον ανταγωνισμό ή αν είναι σύννομα με τη νομοθεσία της κοινής αγοράς.

Με επιστολή της προς το Υπουργείο Εξωτερικών και τα συναρμόδια υπουργεία Ανάπτυξης και Οικονομικών, η Γενική Δνεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαβιβάζει πληροφορίες, τις οποίες έχει στη διάθεση της η Επιτροπή, σύμφωνα με τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση προτίθεται να θεσπίσει διάφορα νέα φορολογικά μέτρα.

Όπως τονίζεται στην επιστολή, «η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ορισμένα από τα μέτρα αυτά να περιέχουν κρατικές ενισχύσεις». Καλείται η ελληνική κυβέρνηση να παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και κυρίως αντίγραφα της σχετικής νομοθεσίας που θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να αξιολογήσει τα μέτρα με βάση τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ως κυβέρνηση από το 2004 λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις των συνδέσμων βιομηχανιών, των οικονομικών παραγόντων και επιχειρηματιών της περιφέρειας, των επιμελητηρίων και των αναπτυξιακών οργανισμών, θα βελτιώσει δραστικά το περιεχόμενο του νέου αναπτυξιακού νόμου. Έτσι ώστε η συμβολή του στην περιφερειακή ανάπτυξη να είναι ουσιαστική και αποτελεσματική.